Ας αφήσουμε τη ζωή να μας πάει όπου εκείνη θέλει

Συμπληρώνεται μία σχεδόν εβδομάδα από την είδηση που τάραξε τη κοινωνία της Νάξου. Η 59χρονη εικαστικός Κατερίνα Ζαζάνη βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της, έξω από το Γαλανάδο στην περιοχή του Μητροπούλου. Οι έρευνες σχεδόν αμέσως επικεντρώθηκαν σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Έναν 31χρονο Αλβανό υπήκοο, ο οποίος εργάζονταν στο σπίτι της 59χρονης κάνοντας εξωτερικές δουλειές. Οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες ακόμη και σήμερα για το εάν έχει συλληφθεί. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Espresso» αφήνει την προσωπική του σφραγίδα σε κάθε έγκλημα, αφού τα θύματα, για τα οποία είχε δουλέψει, βρέθηκαν καθισμένα σε καρέκλα, δεμένα χειροπόδαρα και έχοντας περασμένα στον λαιμό τους σαν θηλιές υφάσματα, ενώ είχαν υποστεί κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Από τις έρευνες των διωκτικών αρχών προκύπτει ότι στη Νάξο κυκλοφορούσε με το όνομα Ηλίας. Μάλιστα όχι μόνο είναι γνώριμος της αστυνομίας αλλά εμπλέκεται σε τουλάχιστον δύο ληστείες ηλικιωμένων μετά φόνου, στη Μεσσηνία το 2011 και στην Αρκαδία το 2013. Ουσιαστικά δηλαδή μιλάμε για έναν κατά συρροή δολοφόνο …

Η κηδεία της 59χρονης έγινε την Τρίτη μετά την ολοκλήρωση της νεκροτομής, ενώ πάντα σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ο 31χρονος κρατείται στην ασφάλεια, αλλά  αρνείται στραγγάλισε την άτυχη γυναίκα (σ.σ.  βρέθηκαν ίχνη πάλης με την 59χρονη να φέρει αμυντικά τραύματα και μώλωπες στα χέρια) για να εκδικηθεί επειδή διέκοψε τη συνεργασία τους. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι έφυγε βιαστικά από τη Νάξο πριν αποκαλυφθεί το έγκλημα, είναι επιβαρυντικό γι’ αυτόν. Η προανάκριση βρίσκεται σε εξέλιξη και επίσημες ανακοινώσεις αναμένονται όταν ολοκληρωθεί.

Ο 19χρονος γιος της Δημήτρης, μίλησε στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα (σ,.σ. στην ιστοσελίδα της εφημερίδας) όπου περιγράφει τόσο τη πρώτη του συνάντηση με τον βασικό ύποπτο για την δολοφονία της μητέρας του, όσο και για την αγωνία του όταν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της και βέβαια για την …επόμενη ημέρα χωρίς την μητέρα του…

-Υποθέτω σε βρίσκω στη Νάξο, συλλυπητήρια πρώτα από όλα για το χαμό της μητέρας σου.

«Ευχαριστώ… Δεν ξέρω τι να πω… Ακόμη προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι έχει συμβεί. Δε μπορείς να το φιλτράρεις αυτό που έγινε τόσο απλά. Δεν ξέρω… Δεν ξέρω αν μπορώ να πω τι νιώθω αυτή τη στιγμή που μιλάμε… Δε ξέρω πραγματικά. Σκέφτομαι ότι έχασα το μοναδικό άνθρωπο που είχα όλα αυτά τα χρόνια στο πλευρό μου, τη γυναίκα που με μεγάλωσε με στερήσεις προκειμένου να μη μου λείψει ποτέ και τίποτα, τη γυναίκα που μέχρι πριν λίγες ημέρες ήταν και μάνα και αδελφή και φίλη και τα πάντα για μένα. Και τώρα είμαι μόνος μου…».

-Είναι μία πολύ δύσκολη κατάσταση που φαντάζομαι ότι δεν μπορεί κανείς να τη διαχειριστεί απλά, μιλάμε για την απώλεια μίας ανθρώπινης ζωής με ένα φρικτό τρόπο και μάλιστα ο άνθρωπος αυτός ήταν η μάνα σου. Πώς το πληροφορήθηκες αλήθεια;

 «Ένας οικογενειακός φίλος από το νησί έψαχνε να τη βρει και δεν την έβρισκε. Της τηλεφωνούσε εκείνη την μοιραία ημέρα και εκείνη δεν απαντούσε. Πήγε από το σπίτι δε απαντούσε κανείς. Μου τηλεφώνησε διότι όπως μου είπε την ήθελε για κάτι, για μία δουλειά. Μου είπε ότι ψάχνει και δεν τη βρίσκει. Χωρίς να βάλω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου κάτι κακό άρχισα να τηλεφωνώ. Δεν απαντούσε. Μου φάνηκε περίεργο. Προσπάθησα μία δυο φορές τίποτα. Άρχισα να ανησυχώ. Τελικά λέω σε κάποιον γνωστό μου να πάει από το σπίτι. Εκείνος τη βρήκε νεκρή. Λίγο μετά θα χτυπούσε το τηλέφωνό μου και θα με πληροφορούσαν ότι η μάνα μου δε ζούσε πια. Πάγωσα…».

-Πώς η αστυνομία έφτασε στον άνθρωπο αυτό που έχει συλληφθεί για τη δολοφονία της μητέρας σου;

«Το μόνο που θυμάμαι από εκείνη την ημέρα είναι πως έφτασα στο νησί, πήγα να μπω μέσα και οι αστυνομικοί δε με άφησαν. Υποθέτω ήθελαν να με προστατέψουν από αυτό το θέαμα και έτσι δε με άφησαν να τη δω. Μετά θυμάμαι μηχανικά να γίνονται κάποιες ερωτήσεις, ποιος έμπαινε και έβγαινε στο σπίτι, ποιοι ήταν ατοί που πιθανόν να είχαν πρόσβαση στο σπίτι. Ε, και κουβέντα στην κουβέντα είπα στους αστυνομικούς ότι ο άνθρωπος ο οποίος μπαινόβγαινε στο σπίτι στη λογική ότι δούλευε για την μητέρα μου ήταν αυτός. Τους είπα ότι έμενε σε ένα χωριό λίγο πιο μακριά από το σπίτι μας. Το ψάξανε, το ψάξανε τελικά το βρήκαν όπως μάθατε υποθέτω».

-Άρα αυτός ο άνθρωπος δούλευε για εσάς, εδώ και πολύ καιρό να υποθέσω;

«Ναι, τον είχε προσλάβει η μητέρα μου για διάφορες δουλειές. Εργάτης ήταν για κάποιες εξωτερικές δουλειές αλλά και δουλειές του σπιτιού. Ήταν καλογυμνασμένος και πιάνανε τα χέρια του σε δύσκολες χειρωνακτικές εργασίες.

-Πώς έγινε η γνωριμία μαζί του;

«Τον είχαμε γνωρίσει το καλοκαίρι. Είχε έρθει στη Νάξο για να βρει δουλειά, ό,τι δουλειά να είναι μου είχε πει χαρακτηριστικά θυμάμαι όταν τον είχα γνωρίσει. Ήταν ένα 30χρονο παλικάρι από την Αλβανία, μου φάνηκε μια χαρά που να βάλω στο μυαλό μου το ο,τιδήποτε, δεν είχα κανέναν λόγο. Ούτε υπήρχε το θέμα αυτό τύπου, α, είναι Αλβανός μήπως αυτό μήπως το άλλο… Δεν το είδα, ούτε εγώ ούτε η μητέρα μου καθόλου έτσι. Δε σκεφτήκαμε κάτι κακό, κάτι περίεργο. Ήθελε δουλειά, του δώσαμε δουλειά. Πού να φανταζόμασταν…».

-Εσύ βέβαια σπουδάζεις στην Αθήνα άρα είχες φύγει υποθέτω στο τέλος του καλοκαιριού, στις συνομιλίες σου με τη μητέρα σου, είχε εκείνη εκφράσει κάποιο παράπονο; Σου είχε πει ότι δεν τα πήγαιναν καλά;

«Η μητέρα μου όντως τον τελευταίο καιρό στο τηλέφωνο μου ακουγόταν κάπως δυσαρεστημένη στη λογική ότι μου έλεγε συνεχώς ότι εκείνος έχει κάπως αλλάξει συμπεριφορά και πως είχε και άλλες απαιτήσεις οικονομικές και πως επιπλέον γκρίνιαζε συνεχώς ότι κουραζόταν για ψίχουλα».

-Όταν ρωτούσαν οι αστυνομικοί να μάθουν για το ποιος μπαίνει και βγαίνει στο σπίτι, η πρώτη σου σκέψη ήταν ότι εκείνος έφταιγε για αυτό που συνέβη;

«Όχι. Η πρώτη σκέψη μου ήταν πως ίσως να έπεσε μέσα στο σπίτι και να χτύπησε ή να έπεσε θύμα ληστείας όχι κάτι συγκεκριμένο πάντως, νομίζω».

-Θυμάσαι την ημέρα εκείνη που φτάνεις στη Νάξο;

«Όχι δε θυμάμαι και πολλά πράγματα. Ήμουν και δεν ήμουν εκεί. Σου είπα και πιο πάνω ότι οι αστυνομικοί δε με άφησαν να τη δω νεκρή…

-Η επόμενη ημέρα πώς είναι, οι επόμενες μέρες μετά από αυτό που συνέβη;

«Τίποτα. Έχασα το μόνο άνθρωπο που είχα στη ζωή, είναι σα να έχασα τα πάντα. Αλλά, όπως λένε πρέπει να καταλάβω ότι η ζωή συνεχίζεται. Είμαι μοναχοπαίδι, δεν έχω κάποιον άλλο στον κόσμο. Δεν ξέρω, δεν ξέρω αν θέλω ή αν μπορώ να πω κάτι άλλο… Προς το παρόν θα παραμείνω στο νησί, χρειάζομαι ηρεμία. Μετά θα πρέπει να επιστρέψω κάποια στιγμή στην Αθήνα, να συνεχίζω τις σπουδές μου. Τι να σου πω. Βλέποντας και κάνοντας. Αν σκέφτεσαι και πολύ στο τέλος μάλλον χάνεσαι… Ας αφήσουμε τη ζωή να μας πάει όπου εκείνη θέλει».

Πηγή: protothema.gr