Ελλάδα: Μία δεκαετία "ξεροκόμματου" που καθόρισε το μέλλον των πολιτών

«Ξεροκόμματο» χαρακτήρισε ο Αλέξης Τσίπρας το κοινωνικό μέρισμα. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κλιμάκωσε την επίθεσή του στην κυβέρνηση για την εισοδηματική στήριξη σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες λέγοντας ότι πρόκειται για «πράξη ντροπής, πράξη καταισχύνης, πράξη ταπείνωσης του κάθε πολίτη αυτής της χώρας». Ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ δεν ζαλίστηκε από κάποια... στροφή 360 μοιρών. Με αυτούς τους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς απάντησε στις ανακοινώσεις που έκανε ο Αντώνης Σαμαράς την Τρίτη 18 Μαρτίου 2014 στο υπουργείο Οικονομικών, δίπλα στον τότε υπουργό Γιάννη Στουρνάρα. Ο κ. Σαμαράς, δύο μήνες πριν από τις ευρωεκλογές του 2014, αποφάσισε να ενισχύσει με 500 εκατομμύρια ευρώ τους χαμηλοσυνταξιούχους και τους ένστολους με μισθό κάτω των 1.500 ευρώ. Oι ένστολοι είχαν υποστεί μεγάλες μειώσεις αποδοχών κατά την πρώτη τριετία της κρίσης, την ίδια ώρα που βρίσκονταν κάθε μέρα «στο πόδι» λόγω των συνεχών κινητοποιήσεων κατά της πολιτικής σταθεροποίησης.

Οι πιέσεις προς την τότε κυβέρνηση για τη μερική αποκατάσταση των αδικιών ήταν έντονες. Το μισό δισ. των Σαμαρά - Στουρνάρα αντιπροσώπευε μέρος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2013, που είχε φτάσει τα 3 δισ. ευρώ.

Πέντε χρόνια μετά, το κοινωνικό μέρισμα έχει εδραιωθεί ως ένα κοινωνικό τελετουργικό που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να διανοηθεί να καταργήσει. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε το μέτρο και το επέκτεινε σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόταν κανείς ότι πρόκειται για την πιο πολυσυζητημένη πολιτική πρωτοβουλία που έγινε κατά την επεισοδιακή δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, που τελειώνει σε λίγες εβδομάδες.

Οι ελάχιστοι διαφωνούντες, κυρίως οικονομολόγοι, προβάλλουν το επιχείρημα ότι πρόκειται για μια υποκριτική και αντιαναπτυξιακή πολιτική, αφού τα κεφάλαια του μερίσματος προέρχονται από υπερφορολόγηση, η οποία επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη και μειώνει τις νέες ευκαιρίες απασχόλησης για όσους έχουν πραγματικά ανάγκη. Μια «επιδοματική οικονομία» μειώνει τα κίνητρα και τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία εθνικού πλούτου, που θα οδηγούσε σε αύξηση εισοδήματος εργαζομένων και χαμηλοσυνταξιούχων μεγαλύτερη του επιδόματος.

Oμως, αυτά τα επιχειρήματα δεν έχουν την ίδια απήχηση με την απευθείας κατάθεση 250, 400 ή 600 ευρώ σε κάθε ατομικό λογαριασμό, που λάνσαρε η κυβέρνηση Τσίπρα από το 2016. Εκείνη τη χρονιά οι δικαιούχοι έφτασαν το 1,6 εκατομμύριο, ενώ το 2017 διπλασιάστηκαν, με αποτέλεσμα να λάβει κοινωνικό μέρισμα σχεδόν η μισή Ελλάδα. Το κοινωνικό μέρισμα σφράγισε και την εορταστική περίοδο του 2018, ενώ το 2019 ο κ. Τσίπρας μοίρασε μέρος του υπερπλεονάσματος λίγες εβδομάδες πριν από τις ευρωεκλογές, ακριβώς όπως έγινε το 2014. Εχουν περάσει μόλις επτά μήνες από τότε που ο τέως πρωθυπουργός ανακοίνωσε τη «13η σύνταξη» και τη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 22%.

Επειτα από όλα αυτά, το κοινωνικό μέρισμα απολαμβάνει απόλυτη  διακομματική υποστήριξη. Η κριτική με βάση οικονομικά επιχειρήματα έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον δημόσιο διάλογο, έστω κι αν, σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση σκοπεύει φέτος να μειώσει τον αριθμό των δικαιούχων, να επικεντρώσει σε όσους έχουν πραγματικά ανάγκη και να κατευθύνει μέρος του πλεονάσματος στη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης που επιβαρύνει τη μεσαία τάξη, η οποία παράγει τα... «ξεροκόμματα».

Από την εφημερίδα "Καθημερινή"